Facebook

Σπύρος Αραβανής / Spyros Aravanìs

 

a cura di Massimiliano Damaggio    logopoiein

 

 

από “Η ανοσία της άγνοιας”, εκδόσεις Οδός Πανός, 2008

da “L’immunità dell’ignoranza”, edizioni Odòs Panòs, 2008

 

Η καμπάνα

 

Κάποτε χτυπάει μια καμπάνα

βγαίνουμε ξυπόλυτοι στους δρόμους

και τρέχουμε προς τον ήχο της.

Όσοι φτάνουμε με περισσότερο πληγιασμένα πόδια

φράφουμε τα καλύτερα ποιήματα.

(Εις ανάμνησιν, βέβαια πάντα, του ήχου κι όχι της θέας).

Όσοι δεν φτάνουνε ποτέ, γινόμαστε αναγνώστες.

 

 

La campana

 

A volte suona una campana

usciamo scalzi per le strade

e corriamo verso il suono.

Chi giunge con più ferite ai piedi

scrive le poesie migliori.

(In ricordo, certo sempre, del suono e non dello spettacolo).

Chi mai arriva, diventa lettore.

 

 

 

 

Έγραψα ποιήματα

 

Έγραψα ποιήματα σκαρφαλωμένος σε βράχια

με το ένα χέρι να κρατώ τα κλαδιά

με το άλλο την πένα.

Με κατηγόρησαν ότι δε δόθηκα ολόκληρος σ’ αυτήν.

Δεν είδαν, φαίνεται,

ότι όταν το σώμα μετεωριζόταν στο κενό

στο χέρι μου κρατούσα το σπασμένο κλαδί.

 

Η πένα ήταν καρφωμένη στα βράχια.

 

 

 

Ho scritto poesie

 

Ho scritto poesie arrampicato sulla roccia

con una mano stretta al ramo

nell’altra la penna.

Mi hanno accusato di non essermi dato del tutto.

Non hanno visto, sembra,

che quando il corpo era sospeso nel vuoto

nella mano reggevo il ramo spezzato.

 

La penna, conficcata nella roccia.

 

 

 

Η ποίηση και η ανάγκη της

στον Σωτήρη Παστάκα

 

Το βάθος της θάλασσας μετριέται από τη δίψα

και το σκοτάδι απ’ την οικείωση ματιού με θάνατο.

 

Εκείνα όμως τα πρωινά

που η ζωή πυκνώνει σαν το γάλα

πώς μετριούνται Σωτήρη;

 

Με το βυθόμετρο της ποίησης, λένε.

 

Απ’ την ανάγκη μας για αυτή, περισσότερο,

 

θα πούμε εμείς.

 

 

Della necessità della poesia

a Sotirios Pastakas

 

La profondità del mare si misura dalla sete

e l’oscurità dall’abitudine dell’occhio alla morte.

 

Tuttavia quelle mattine

dove la vita si addensa come latte

come si misurano, Sotirios?

 

Con lo scandaglio della poesia, dicono.

 

Più con la necessità che ne abbiamo

 

diremmo noi.

 

 

 

 

Η ανοσία της άγνοιας

 

Κόβουμε δελτία παροχής υπηρεσιών

σε σιωπές και μελαγχολίες

σαν να πρόκειται για αλλοδαπές εργαζόμενες εντός μας.

Η μούσα της θλίψης

κατάντησε ωρομίσθια και ασυνδικάλιστη

με τον τρόμο της ανεργίας

να αιωρείται πάνω από το κεφάλι της.

Ποντάρουμε σε λίγες στιγμές πίκρας

για να βγάλουμε μια ολόκληρη ζωή ξαστεριάς,

μα τίποτα πια δεν φαίνεται ικανό

να συγκινήσει για πολύ.

Καίγονται όλα στο χρόνο ενός φιλιού.

Χάνονται μπροστά στον τρόμο μιας αλήθειας.

Κατάντησε η λύπη

μονάχα ένα αντίδοτο στην ανοσία της άγνοιας,

ένας τρόπος να σπάσουμε τη μονοτονία των ασυγκίνητων ημερών,

μια ξεθυμασμένη, τελικά, οργή.

 

 

 

L’immunità dell’ignoranza

 

Facciamo ritenute d’acconto

a silenzi e malinconie

come fossero badanti extracomunitarie dentro noi.

La musa della tristezza

ridotta a un tanto all’ora e senza sindacati

e il terrore della disoccupazione

sospesa sulla testa.

Puntiamo su pochi istanti di amarezza

per ricavarne una vita intera di notte stellata

e null’altro sembra adatto

per commuovere più a lungo.

Tutto brucia nel tempo di un bacio.

Tutto si perde nella paura d’una verità.

Il dolore ridotto

ad antidoto per l’immunità dell’ignoranza,

un modo di spezzare la monotonia di giorni imperturbabili,

una rabbia sbollita, infine.

 

 

 

Η εν κινήσει ακινησία

 

Έτσι από πείσμα, δέσαμε κάποια φορά,

τη θάλασσα σε βράχο, τον ουρανό σε δέντρο

και τη ζωή στο κορμί.

Από τότε η αρμύρα σκαλίζει στην πέτρα καράβια,

τα αστέρια σαν καρποί κρέμονται στα φύλλα

και οι φλέβες ανοιχτές ποτίζουνε το χώμα.

Εμείς πιο ακίνητοι από ποτέ

τρομάζουμε, τώρα, από τους κτύπους στο στήθος

κι από τις ανάσες στα χείλη.

Θρηνούμε για τη ζωή που χάνεται

ξωσμένη άλυτους κόμπους

για τη ζωή που χάνεται

μέσα στη ζωή που πάντα θα κυλάει.

 

 

Immobilità in movimento

 

Così per puntiglio abbiamo legato

il mare allo scoglio, il cielo all’albero

e la vita al corpo.

Da allora la salsedine scolpisce navi nella pietra,

le stelle pendono dalle foglie come frutti

e le vene aperte dissetano la terra.

Noi più immobili che mai

nel terrore, ora, dei battiti nel petto

del respiro alle labbra.

Lamentiamo la vita che si perde

nel cardare nodi irresolubili

la vita che si perde

nella vita che sempre scorre.

 

 

 

Το χταπόδι και ο ψαράς

 

Μη φοβάσαι τις λέξεις

χτύπα τες σαν χταπόδι στην πέτρα

μέχρι να σου παραδοθούν,

μέχρι να κερδίσεις όλο το μελάνι τους

μέχρι να νοτίσεις τα χέρια.

 

Ανόητε,

γι’ αυτό δεν θα γίνεις ποτέ ποιητής

 

γιατί δεν έγινες χταπόδι

 

παρά μονάχα

ένας επίμονος ψαράς.

 

 

Il polpo e il pescatore

 

Non temere le parole

sbattile come il polpo sulla pietra

fino a che non si arrendano,

fino a guadagnarne tutto l’inchiostro

fino a tingertene le mani.

 

Stupido,

per questo non sarai mai poeta

 

perché non sei diventato polpo

 

ma solo e soltanto

ostinato pescatore.

 

 

 

 

Από “Ιστορία ενός ανθρώπου”, εκδόσεις Μετρονόμος, 2011

Da “Storia di un uomo”, edizioni Metronòmos, 2011

 

Τα βράδια

στον Τάσο Λειβαδίτη

 

Τα βράδια επισκέπτομαι τους τάφους λησμονημένων

ποιητών

και γεμίζω με μελάνι τα ανθοδοχεία τους.

Ανανεώνω με κραγιόν

τα χαμόγελα των νεκρών παλιάτσων

και κάνω συντροφιά στα εικονοστάσια των δρόμων.

Αφουγκράζομαι τις λαμαρίνες στα παλιά ναυπηγεία,

διορθώνω τα ορθογραφικά λάθη στα χαρτόνια

των ζητιάνων,

κουρδίζω τις καμπάνες στις ερειπωμένες εκκλησίες,

τακτοποιώ τις καρέκλες στα σπίτια των αυτοχείρων,

χαϊδεύω τα μαλλιά των γριών γυναικών.

Ύστερα, το χάραμα, γυρίζω σπίτι

πιο μόνος

και από τις μέρες του Φεβρουαρίου

που δεν χώρεσαν στο ημερολόγιο

και ξεπλένω στο νιπτήρα

όλη τη μοναξιά από τα χέρια μου.

 

 

 

Le sere

a Tàssos Livadìtis

 

Le sere visito le tombe dei poeti

dimenticati

e gli riempio di inchiostro i vasi.

Rinnovo con il rossetto

i sorrisi dei pagliacci morti

e faccio compagnia ai tabernacoli per le strade.

Ascolto le lamiere dei vecchi cantieri navali,

correggo gli errori di ortografia sui cartoni

dei mendicanti,

accordo le campane delle chiese in rovina,

sistemo le sedie nelle case dei suicidi,

carezzo i capelli delle vecchie.

Più tardi, all’alba, torno a casa

più solo

anche dei giorni di febbraio

senza posto nel calendario

e al lavandino mi sciacquo

la solitudine dalle mani.

 

 

 

Κάθε σπίτι αυτής της γης

 

Κάθε σπίτι αυτής της γης πενθεί αιώνια

σαν να έσφαξαν στα θεμέλιά του κι έναν αναστεναγμό.

Κι αυτοί που ανακουφίστηκαν τα πρωινά ακούγοντας

το ηχηρό λάλημα των θυσιασμένων πετεινών

βρήκαν το βράδυ την μπανιέρα τους γεμάτη

από το αίμα των αθώων όλου του κόσμου.

Γιατί το φεγγάρι που περιπολεί σαν προβολέας φυλακής

μη το εμπιστεύεσαι· δωροδοκείται

για ένα κομμάτι φως,

για μια μέρα ζωής παραπάνω.

 

Κάθε σπίτι αυτής της γης φθονεί αιώνια

το θερισμένο στάχυ και την ανήλικη ελιά

εκλιπαρώντας να του διδάξουν την εγκαρτέρησή τους

στον πόνο, στον τρόμο και στο κακό ριζικό.

Και όσο εκείνα δεν ανταποκρίνονται

τόσο τα σπίτια εξαθλιώνονται απ’ το σαράκι του χρόνου

κι απ’ την αγωνία της επόμενης εποχής.

Κι όμως το κυοφόρο σύννεφο που ξαπλώνει

σαν ετοιμόγεννη γυναίκα πάνω από τις στέγες μας

τι παραπάνω γνωρίζει;

Έχουμε το μυστικό μέσα μας και επαιτούμε αλήθειες.

Από εκεί αρχινά και η τρέλα μας.

 

Κάθε σπίτι αυτής της γης ριγεί αιώνια

σε κάθε φιλί που ξεριζώνεται σαν δόντι από το στόμα

σε κάθε δάκρυ που βγαίνει απ’ τα έγκατα του σώματός μας

σε κάθε ανάγκη που πηγάζει από το αίμα

σε κάθε θεό που ανασαίνει τη φωνή μας.

  

 

Ogni casa di questo mondo

 

Ogni casa di questo mondo è per sempre in lutto

come le avessero ucciso nelle fondamenta un sospiro.

E chi la mattina si è rasserenato nell’ascoltare

il canto sonoro degli uccelli sacrificati

la sera han trovato la vasca ricolma

di sangue degli innocenti del mondo.

Perché alla luna in pattuglia come un faro del carcere

non devi credere; la puoi corrompere

per un pezzo di luce

per un giorno di vita in più.

 

Ogni casa di questo mondo per sempre invidia

della spiga mietuta e del vecchio ulivo

nella sua supplica di apprenderne la sopportazione

a dolore, paura e cattiva sorte.

E se la spiga e se l’ulivo non rispondono

le case si disfanno nel tarlo del tempo

nell’agonia del tempo a venire.

Ma questa nube gravida che si distende

sopra il nostro tetto come una partoriente

che cosa sa di più?

Abbiamo in noi il segreto ed elemosiniamo verità.

È qui che ha inizio la nostra follia.

 

Ogni casa di questo mondo freme per sempre

per ogni bacio sradicato come un dente dalla bocca

per ogni lacrima riversata dalle viscere del corpo

per ogni bisogno sgorgato dal sangue

per ogni dio che respira la nostra voce.

  

 

 

Η αρχιτεκτονική της λήθης

Στον Γιώργο Σεφέρη

 

Η αρχιτεκτονική της λήθης οικοδομείται

στα θεμέλια της μνήμης.

Ένας λαός έτοιμος να απεκδυθεί τα ιμάτια του

αλλάξει τη σάρκα του με τη σάρκα του νέου

του ολότελα διαφορετικού μέλλοντος

χωρίς να αφήσει κεντημένο στο δέρμα του

έστω ένα στίχο

να κρατήσει στο βλέμμα του

ένα θρυμματισμένο άγαλμα

και λίγη άμμο από τις ακτές της Ιστορίας του

μέσα στις μικρές του φούχτες.

 

Το φως που υμνήσαμε κρέμεται ανενεργό πάνω στα ηλεκτροφόρα

καλώδια,

οι θάλασσες που αγναντέψαμε, εμφιαλώνονται για τους τουρίστες,

ο ήλιος κόβεται σε νομίσματα

και η ελιά σφραγίζεται με πύρινο σταυρό.

Και εκείνες οι καταστροφές και οι αποδημίες

οι εμφύλιοι σπαραγμοί και οι θυσίες

διαβάζονται πια σαν ξόρκια

σαν ιστορία

και προβάλλονται τρισδιάστατα σε σκοτεινές αίθουσες

το χρήμα να ξεπλένει το αίμα

το αίμα να ξεπλένει το χρήμα.

Κάποτε κάποτε φοράμε ψηλά τακούνια και κάνουμε θόρυβο

περπατώντας μέσα στα γήπεδα.

 

Μα με πέλματα βρώμικα και πόδια γεμάτα καντήλες

επιστρέφουμε πιο βραχύσωμοι σπίτι.

Άλλοτε πάλι ακούμε τα υπόγεια νερά των ποταμών

και φαντασιωνόμαστε αρχαίους περιπάτους και χαϊδέματα.

Μα τα δάκτυλα συνήθισαν να πληκτρολογούν τη μοναξιά τους

να καρφώνουν τα χάδια πάνω σε κουμπιά

και να ακομπανιάρουν ευνουχισμένα αισθήματα

φριχτά τραγουδισμένα από άφυλους αοιδούς.

Κι άλλοτε φτιασιδώνουμε την αρρώστιά μας

αρχαϊκό γέλιο ή κλάμα

κάθε καλοκαίρι και άλλος επιδαύρειος θίασος

στο ίδιο έργο.

 

Είμαστε η λήθη που οικοδομείται

οι λίθοι που την οικοδομούν,

ο περιούσιος λαός ενός δολοφονημένου από την πίστη μας

θεού.

Οι γραμμές στα πρόσωπά μας άλλαξαν.

Οι αυλακιές στις παλάμες μας άλλαξαν.

Οι δρόμοι του αίματός μας άλλαξαν.

Οι λεωφόροι του μυαλού μας άλλαξαν.

Οι εθνικές οδοί μας άλλαξαν.

 

Δεν είναι πια τόπος.

Δεν είναι πια τόπος να ζεις.

Δεν είναι πια τόπος να ζεις εδώ.

 

 

L’architettura dell’oblio

A Yòrgos Seféris

 

L’architettura dell’oblio si costruisce

sulle fondamenta della memoria.

Un popolo pronto a togliersi le vesti

a cambiare la propria carne con quella del nuovo

di un futuro in tutto differente

senza lasciarsi ricamato sulla pelle

neppure un verso

e trattenere nello sguardo

una statua frantumata

e un poco di sabbia della coste della sua Storia

nei piccoli palmi.

 

Il sole che abbiamo cantato pende inattivo dai cavi dell’alta tensione,

i mari che abbiamo contemplato imbottigliati per turisti,

il sole stampato sulle monete

l’ulivo marchiato a fuoco con la croce.

E quelle distruzioni e quelle emigrazioni

lacerazioni interne e pene

lette ormai più come scongiuri

che non come storia

proiettati in tre dimensioni nelle sale buie

il denaro lava il sangue

il sangue lava il denaro.

Capita che portiamo tacchi alti, che facciamo rumore

quando passeggiamo sul campo di pallone.

 

Con i piedi sporchi e pieni di vesciche

rientriamo a casa un po’ più bassi.

A volte riascoltiamo le acque sotterranee dei fiumi

così fantastichiamo di antichi sentieri e di carezze.

Ma le dita sono abituate a digitarsi la solitudine

a inchiodare le carezze sui tasti

accompagnandosi a sentimenti castrati

cantati con orrore da aedi asessuati.

E a volte ancora orniamo queste nostre malattie

di risa o pianti antichi

ogni estate un’altra compagnia ad Epidauro

ma lo stesso identico spettacolo.

 

Siamo l’oblio in costruzione

siamo la pietra che lo costruisce,

il popolo eletto di un dio assassinato dalla nostra

fede.

Le rughe sui nostri volti sono cambiate.

Le linee dei nostri palmi sono cambiate.

Le strade del nostro sangue sono cambiate.

I viali del nostro pensiero sono cambiati.

Le nostre autostrade sono cambiate.

 

Non è più luogo.

Non è più luogo da vivere.

Non è più luogo da vivere, qui.

 

 

 

AravanisSpýros Aravanìs è nato al Pireo nel 1979. Ha studiato filologia greca e svolge il dottorato in Educazione Transculturale presso l’Università di Atene. Ha al suo attivo collaborazioni come giornalista con diversi periodici, specialmente di critica musicale, e quotidiani. È curatore della collana di poesia “Poiein” delle edizioni Metronòmos. Sue poesie sono comparse in diverse publicazioni, cartacee e digitali, fra cui le seguenti: “Entefktìrio”, “Piitikì”, “Planòdion”, “Odòs Panòs” (diretto da Yòrgos Chronàs), “Koukoùtsi”, “Osiris” (USA), “HQ Poetry Magazine” (Inghilterra). Ha pubblicato due libri: L’immunità dell’ignoranza, edizioni Odòs Panòs, 2008; Storia di un Uomo, edizioni Metronòmos, 2011.

No widget added yet.

geo_public:
0, 0, 0, 0, 0, 0, 0
publicize_facebook_url:
https://facebook.com/, https://facebook.com/, https://facebook.com/, https://facebook.com/, https://facebook.com/, https://facebook.com/, https://facebook.com/

1 comment

  1. Antonio Devicienti Reply

    Trovo qui finalmente un poeta che parla della poesia (insidioso tema) non in astratto, ma con una forza d’immaginazione e una capacità di visione convincenti ed originali; il suo interloquire con altri poeti (amici o da lui amati) aggiunge commozione ad una tessitura concettuale fine e al tempo stesso dal solido impianto.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Follow Us

Get the latest posts delivered to your mailbox:

%d bloggers like this: