Facebook

Anna Griva, Δαιμόνιοι/Demoni

Anna Griva, scelta dalla raccolta Demoni (Melani, 2020)
a cura di Alessia Giovanna Matrisciano

1321
Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ DANTE ALIGHIERI ΣΤΗΝ ΕΞΟΡΙΑ

Δεν άκουγε πια φωνές
ούτε και βήματα
η αγορά έξω απ’ την πόρτα του
σαν να βουβάθηκε
στ’ αυτιά του μόνο έφτανε
το μέγα κύμα
που απλωνόταν και τον κρήμνιζε
στον σκοτεινό βυθό

τότε ήταν που είδε
μια δίνη πολύχρωμη
τη Φλωρεντία με ανοιξιάτικα χρώματα
παπαρούνες και μέλισσες
να συλλέγουν τη γύρη
κι εκείνος παιδί
ξαπλωμένος στη χλόη
χωρίς υπόνοια της κόλασης
χωρίς οσμή της Βεατρίκης
μονάχα με μιαν άγραφη
βουβή ανησυχία
για όσα περνούν μέσα απ’ την ύλη
και μένουν πάντα άπιαστα.

 

1321
LA MORTE DI DANTE ALIGHIERI IN ESILIO

Non poteva più sentire le voci
né i passi
Il mercato fuori dalla sua porta
tacque
Solo un’onda grande raggiunse le sue orecchie
che si estese e lo abbattè
nel fondale scuro

poi vide
un vortice colorato
Firenze con i colori della primavera
papaveri e api
che raccolgono il polline
e lui bambino
sdraiato sull’erba
senza sospetto di inferno
senza l’odore di Beatrice
solo con una preoccupazione
non scritta, silenziosa
per quello che passa attraverso la materia
e rimane sempre sfuggente.

 

 

 

 

 

1431

Η ΙΩΑΝΝΑ ΤΗΣ ΛΩΡΑΙΝΗΣ ΣΤΟ ΚΕΛΙ ΤΗΣ

Απ’ τη σχισμή του τοίχου
τρύπωσε μια λιβελούλα
κι όταν εστάθη στα μαλλιά της
εκείνη φώναξε
πως ήρθε ο άγγελός της
κι όλοι οι φρουροί γελάσανε
γιατί φαντάζονταν
έναν μεγάλο άγγελο
με ανοιχτά περήφανα φτερά

τότε το έντομο την πήρε στη ράχη του
κι άρχισαν κι οι δυο ν’ αστράφτουν
και έτσι πιασμένες
φέρνανε γύρους το κελί
πετούσαν αμέριμνες
στο μικρό διάστημα
που τους απέμεινε
να ονομάζουν ουρανό.

 

1431

GIOVANNA D’ARCO NELLA SUA CELLA

Attraverso la crepa del muro
scivolò una libellula
e quando si fermò tra i suoi capelli
lei gridò
che era venuto il suo angelo
e tutte le guardie risero
perché immaginarono
un angelo grande
con le ali aperte e orgogliose

poi l’insetto la prese addosso
ed entrambi cominciarono a brillare
e così tenendosi per mano
vagavano in tondo per la cella
volavano spensierate
nel breve spazio
lasciato loro
chiamare cielo.

 

 

 

 

 

1566

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΜΕΤΑΛΗΨΗ ΤΗΣ GIULIA GONZAGA

Μιλούσε για όλα:
για τους δόλους τα πάθη
τις ανίερες σκέψεις της
μιλούσε για όλα
και για όλα μετάνιωνε.

Ύστερα σώπασε.
Λέξη δεν είπε
για τον ιππότη που την έσωσε
απ’ τις ορδές του Μπαρμπαρόσα:
την έσωσε την έκρυψε
και την οδήγησε με ασφάλεια στην πόλη.
Και τότε εκείνη διέταξε τον θάνατό του
γιατί κυνηγημένοι στα βράχια όταν έτρεχαν
αστράψαν οι μηροί της στον ήλιο
και τα μάτια του είδαν
γυμνό να ατμίζει το κάλλος της.

Μα τώρα σώπαινε.
Σαν να μην ήταν φόνος αυτός
παρά μονάχα η εκπλήρωση
του δικού της παράφορου νόμου.

 

1566

ULTIMO SACRAMENTO DI GIULIA GONZAGA

Parlò di tutto:
degli inganni, delle passioni
dei suoi pensieri empi
parlò di tutto
e di tutto si pentì.

Poi tacque.
Non disse una parola
sul cavaliere che l’aveva salvata
dalle orde di Barbarossa:
la salvò lui, la nascose
e la portò sana e salva in città.
E poi lei ordinò la sua morte
perché quando correvano inseguiti sugli scogli
le sue cosce erano brillate al sole
e gli occhi dell’uomo avevano visto
nuda la sua bellezza e bruciante.

Ma ora taceva.
Come se non fosse quello un omicidio
ma solo l’adempimento
della sua folle legge.
415 μ.Χ.

 

 

 

 

 

ΥΠΑΤΙΑ

Από παιδί το γνώριζα:
του ανθρώπου ο βυθός
είναι το φως των πλανητών,
των αιθέρων η θεά
είναι η Μονάδα.

Μα πόσοι αντίκρισαν ποτέ
την ομορφιά των αστρολάβων;
Και πόσοι άραγε ξεχώρισαν
των αριθμών τις δίνες;

Τώρα το αίμα μου μετέωρο
θα πλανηθεί για αιώνες.
Ω σύνεργα της γνώσης!
Διαβήτες χάρακες μολύβια
θα πρέπει πια οι άνδρες
να σας φυλάσσουν
σε σκοτεινά σεντούκια
θα πρέπει πια οι γυναίκες
να σας επινοούν
να σας μεταχειρίζονται
σ’ ένα εργαστήρι άυλο
σ’ ένα χαρτί αερικό
στο μυστικό δωμάτιο
των σκέψεών τους.

 

415 d.C.

LA MORTE DI IPAZIA

Lo sapevo da bambina:
il fondo dell’uomo
è la luce dei pianeti,
la dea degli eteri
è l’Unità.

Ma quanti hanno mai visto
la bellezza degli astrolabi?
E quanti hanno distinto
i vortici dei numeri?

Adesso il mio sangue sospeso
vagherà per secoli.
O strumenti della conoscenza!
Compassi matite righelli
gli uomini dovranno ora
proteggervi
in casse scure
le donne dovranno ora
inventarvi
e trattarvi
in un laboratorio immateriale
su una carta aerea
nella stanza segreta
dei loro pensieri.

 

 

 

 

 

1616

H ARTEMISIA GENTILESCHI ΣΤΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ

Οι τοίχοι τα τραπέζια τα πατώματα
γεμάτα με το κεφάλι του Ολοφέρνη
κάποτε να το κρατά η Ιουδήθ
κι άλλοτε στα χέρια μιας δούλας

Μα εκείνη κοιτά τα κεφάλια
και νιώθει μες στα σπλάχνα της
βαριά τη ματαιότητα:
«Ιουδήθ, πόσες βραδιές
σε συλλογίστηκα
να σκέφτεσαι τον φόνο
κι ύστερα να έρχονται σμήνη αγγέλων
πανάρχαια Χερουβείμ
να σου ακουμπούν στο χέρι το σπαθί
θέλγητρα να ραίνουν στη μορφή σου
κι εσύ να μην μπορείς ν’ αντισταθείς
σ’ αυτό το πάγωμα του χρόνου
όπως δεν μπόρεσα κι εγώ
που τώρα φλέγομαι
μέσα στις λάσπες και τα χρώματα
εγώ που όταν τα χέρια μου
ανήσυχα κινούνται
κρατώ ακίνητη
των γυναικών τη μοίρα
σαν μια πληγή παλιά
που σκίζεται και ρέει
ακόμη κι αν κανείς δεν την αγγίζει».

Και τότε άνοιξαν τα χρώματα
σαν καταρράκτης
και η μορφή της
βιβλική
αρχαία
με τα μαλλιά ολόμαυρα
στάθηκε μπρος της
χωρίς φωνή
Και το αίμα έρεε
από τα χέρια της
στο δωμάτιο
κι ύστερα στον δρόμο
κι ανέμιζε η πόλη κατακόκκινη
μέχρι που όλοι πίστεψαν
πως ο θεός τη μέρα εκείνη
πρόσφερε επιτέλους την πορφύρα του
το βασίλειό του στη γη.

 

1616

ARTEMISIA GENTILESCHI NEL SUO LABORATORIO

Le pareti, i tavoli, i pavimenti
pieni della testa di Oloferne
una volta la tiene Giuditta
e l’altra è nelle mani di una schiava

Ma lei guarda le teste
e sente nel suo cuore
la vanità pesante:
“Giuditta, quante notti
riflettevo sui momenti
in cui pensavi all’omicidio
e poi venivano sciami di angeli
cherubini antichi
appoggiavano la spada sulla tua mano
spargevano allettamenti sulla tua forma
e tu non potevi resistere
a quel fermare il tempo
come non l’ho potuto io
io che ora sto
nel fango e nei colori
io che quando le mie mani
si muovono irrequiete
tengo fermo
il destino delle donne
come una vecchia ferita
lacerata e fluente
anche se nessuno la tocca “.

E poi i colori si aprirono
come una cascata
e la sua forma
biblica
antica
con tutti i capelli neri
stava di fronte a lei
senza voce
E il sangue fluiva
dalle sue mani
nella stanza
e poi per le strade
e la città era svolazzante rossastra
finché tutti credettero
che dio quel giorno
finalmente avesse offerto la sua porpora
il suo regno sulla terra.

 

 

 

 

 

7ος αι. π. Χ.

ΤΑΦΟΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ

Η σαρκοφάγος άδεια
επιγραφή καμιά
μονάχα λίγες χάντρες
μπλε αστραφτερό
με πράσινο της χλόης
κι ένα ανθάκι άσπρο φίλντισι
από χαμένο σκουλαρίκι

Έβλεπα εκείνο το ανθάκι
κι ένιωθα μέσα μου
να απλώνεται μια δίψα
κι ύστερα κήπος ανθισμένος
κλαδιά της άνοιξης
τραγούδια κύμβαλα γιορτής
και τα μαλλιά της να χορεύουν
τα μαλλιά της
που ήταν όνειρο να βλέπεις
καθώς ανέμιζαν
προς μιαν αθάνατη ομορφιά.

VII sec. a.C.

 

TOMBA DI DONNA

Il sarcofago è vuoto
senza una scritta
solo poche perle
blu scintillante
e il verde dell’erba
e il fiore bianco di madreperla
di un orecchino perduto.

Stavo guardando quel fiore
e mi sono sentita
una sete dentro diffusa
e poi un giardino fiorito
rami di primavera
canti, cembali di festa
e i suoi capelli che danzavano
i suoi capelli
che erano un sogno da vedere
mentre sventolavano
verso una bellezza immortale.

 

 

 

 

 

1616

ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΝ GALILEO GALILEI

Αγαπημένε μου πατέρα
από σήμερα θα με ονομάζετε Maria Celeste.
Η ηγουμένη λέει πως μου ταιριάζει αυτό το όνομα
γιατί είναι φωτεινό σαν τα μάτια μου.
Μα εσείς το ξέρετε καλύτερα:
αν μια μέρα ατενίσετε στον ουράνιο θόλο
ένα άγνωστο αστέρι
θα είμαι εγώ.
Μετρήστε την ακτίνα μου
τις εκλείψεις των φεγγαριών μου
τις ακριβείς περιστροφές μου
γύρω απ’ τον ήλιο.

Μετρήστε το μερίδιό μου στο φως.


1616

LETTERA A GALILEO GALILEI

Caro padre
da oggi mi chiamerà Maria Celeste.
La badessa dice che questo nome mi sta bene
perché è luminoso come i miei occhi.
Ma Lei sa meglio:
se un giorno fisserà sulla cupola celeste
una stella sconosciuta
sarò io.
Misuri il mio raggio
le eclissi delle mie lune
i miei giri esatti
intorno al sole.

Misuri la mia parte nella luce.

 


Anna Griva è nata nel 1985 e vive ad Atene. Ha studiato Lettere ad Atene e a Roma. Ha pubblicato cinque raccolte di poesie e un libro di racconti. Le sue poesie sono tradotte in molte lingue europee. Lavora come traduttrice e curatrice editoriale.

 

No widget added yet.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Follow Us

Get the latest posts delivered to your mailbox:

%d bloggers like this: