Facebook

Luigi Di Ruscio / Λουίτζι Ντι Ρούσιο, l’acqua non mi è servita per specchiarmi / ανάγκη δεν είχα το νερό για να καθρεφτιστώ

Luigi Di Ruscio / Λουίτζι Ντι Ρούσιο, Piccola antologia / Μικρό ανθολόγιο

Cura e traduzione in greco / μετφρ.- επίμετρο: Evangelia Polymou

Luigi Di Ruscio

Cristo ha detto di amare i propri nemici/ infatti essendo un nemico d’Iddio / io da Dio sono molto amato. L. Di Ruscio

«Ο Χριστός έχει πει να αγαπάμε τους εχθρούς μας / πράγματι όντας εχθρός του Θεού / εγώ από το Θεό αγαπήθηκα πολύ». L. Di Ruscio

1.

 

Ancora piove

e forse pioverà per sempre.

L’acqua scorre su due rivi

e porta lo sporco dei quartieri alti.

S’ode solo il battìo del ramaio

sulla bottega con le pareti colanti d’acqua

e il fuoco sul rame

le nubi di vapore.

Lì le vecchie del vicolo

che tutto popolano di misteri

vedono i colloqui infernali

e quando uno dei ramai s’impiccò

dissero che l’anima se la prese il diavolo.

Da noi le oscure leggende prendono i cuori

e passano lontano dal ramaio

quando vanno per l’acqua alla fontana

e fu uno dei ramai a dirmi

facendomi vedere il libro delle lune

che chi è nato d’acquario

è tenebroso come l’acqua

ed è nato per essere solo

me lo dissero con calma

poi ravvolsero le pagine scritte

le rimisero in un buco nel muro

e continuarono a battere.

Io non ho mai avuto paura.

Avevano l’unico orto del vicinato

Le grotte di cui vedevo gli archi pieni d’acqua

E il cipresso dove finì l’impiccato

Lo vidi rimase appeso un giorno

con la lingua nera.

 

 

 

 

 

2.

 

Ovunque l’ ultimo

per questa razza orribile di primi

ultimo nella sua terra a mille lire a giornata

ultimo in questa nuova terra

per la sua voce italiana

ultimo ad odiare

e l’odio di quest’uomo vi marca tutti

schiodato e crocifisso in ogni ora

dannato per un mondo di dannati.

 

 

 

 

 

3.

 

È morto lavorando

ottant’anni l’ha passati sulla fatica

sulla fossa ha la croce di latta

un numero e un mucchio di terra

andava a tutte le manifestazioni di partito

diceva che non avrebbe voluto il prete

ma la paralisi

non lo fece parlare.

 

 

 

 

 

4.

 

passare sulla neve nuova

dove nessuno è mai passato

amare una donna

che non è stata ancora amata

bere lʼacqua che mai è stata bevuta

un pensiero che ancora non è stato pensato

un verso che ancora non è stato scritto

le prime parole di un nuovo nato

lʼultimo respiro della nostra morte

 

 

 

 

5.

 

Ti sento mia come l’aria che respiro

ti bacio la bocca alzando il fiato come se corressi

e godo insieme a te questo nostro amore

la tua naturalezza alla gioia

sempre così anima mia di mia notte gloria.

 

 

 

 

 

6.

 

Avevo cinque anni

una vecchia mi fece capire

perché nessuno mi teneva sui ginocchi

mia nonna che mi teneva per mano non mi difese

né per consolarmi mi strinse la mano

per questo sono andato solo sui fiumi

l’acqua non mi è servita per specchiarmi

ritornavo a casa per non dormire sul greto

a quell’età la fame fa essere pazzi

fa divenire presto adulti

e tutte le erbe che le capre hanno brucato

ho imparato a cogliere

ho preso il gusto del sapore amaro

questo è stato il mio latte

e perché rubavo con calma avevo i frutti più belli

andavo solo per non essere scoperto

al mio odore i cani non hanno abbaiato

e nessuno può condannarmi

se presto mi sono adoperato a negare iddio

sulle mura che l’acqua gonfiava

avevo visto solo le immagini di carta

ho scoperto i libri nel mucchio dello stracciaio

ancora oggi mi incanto a guardarli

cercavo tra le carte la pagina scritta

ho gridato e mi hanno guardato come essere vivo

come qualcosa di più di un viaggiatore

sono entrato nelle strade

quale bambino non sogna di vestire da uomo

io lo sono stato presto

ho trovato ancora con i pantaloncini corti

una donna che è rimasta contenta

perché gli uomini gli facevano male

ho volato sui pensieri

sognando per ogni foglia che ho visto cadere

erano le ore senza riposo

le chiese servivano per rinfrescarmi

giravo assetato delle donne

che presto con soldi rubati ho pagato.

Ora sento l’amore delle donne che sfiora il viso di fiati

stringo i capelli grassi

e le mie labbra da negro mi portano fortuna

gli occhi che non sanno riposare.

 

 

 

 

 

 

7.

 

La notte si chiude

con l’ultimo tram che fa tremare le case

e il miagolio dei gatti rimane nella memoria

tutte le immagini della giornata tornano

vorrei ancora goderli questi momenti

contemplare con calma tutte le immagini

le voci della strada hanno suoni inarticolati

forse è un uomo che traballa

e discute con nemici ignoti

e fa gesti con le mani per tutto avere

e non ha che l’aria

la luna impassibile

sembra che ascolti ogni nostra parola

che spii i sogni più intimi

quando sono liberati i nostri mostri

e dobbiamo correre.

 

 

 

 

8.

 

L’ultima poesia di Luigi Di Ruscio

 

ho la bocca piena di farfalle

e se apro la bocca

voleranno via tutte

e non ritorneranno neppure

se rimango a bocca spalancata

per una eternità

 

1.

 

Ακόμα βρέχει

και ίσως θα βρέχει για πάντα.

Το νερό κυλά σε δυο όχθες

και φέρνει τη βρομιά των υψηλών συνοικιών.

Μόνο το σφυρηλάτημα του χαλκωματά ακούγεται

στο εργαστήρι με τους τοίχους που στάζουν νερό

και η φωτιά πάνω στο χαλκό

τα νεφελώματα ατμού.

Εκεί οι γριές του σοκακιού

που βλέπουν παντού μυστήρια

ακούνε τις καταχθόνιες κουβέντες

κι όταν κρεμάστηκε ένας από τους χαλκωματάδες

είπαν πως την ψυχή του την πήρε ο διάβολος.

Στον τόπο μας οι σκοτεινοί θρύλοι αδράχνουν τις καρδιές

κι αλάργα προσπερνάνε από τον χαλκωματά

καθώς πηγαίνουν στη βρύση για νερό

και κάποιος από τους χαλκωματάδες ήτανε που μου ’πε

δείχνοντάς μου το βιβλίο των φεγγαριών

πως όποιος γεννήθηκε στον υδροχόο

είναι ερεβώδης όπως το νερό

και γεννήθηκε για να ’ναι μόνος

μου το είπαν ατάραχα

ύστερα τύλιξαν τα γραμμένα τα κιτάπια

τα ξανάχωσαν σε μια τρύπα μες στον τοίχο

και συνέχισαν να σφυροκοπούν.

Εγώ ποτέ μου δεν φοβήθηκα.

Είχαν το μοναδικό μποστάνι της γειτονιάς

Τις σπηλιές που τις αψίδες τους έβλεπα ποτισμένες με νερό

Και το κυπαρίσσι που κατέληξε ο απαγχονισμένος

Τον είδα απόμεινε μια μέρα κρεμασμένος

με τη γλώσσα μαύρη.

 

 

 

 

 

2.

 

Παντού ο τελευταίος

για κείνη τη φρικτή φυλή των πρώτων

τελευταίος στη χώρα του με χίλιες λιρέτες τη μέρα

τελευταίος σε τούτη τη νέα χώρα

για την ιταλική φωνή του

τελευταίος να μισεί

και το μίσος αυτού του άντρα σάς σημαδεύει όλους

ξεκάρφωτος κι εσταυρωμένος κάθε ώρα

καταδικασμένος από έναν κόσμο καταδικασμένων.

 

 

 

 

 

3.

 

Πέθανε δουλεύοντας

ογδόντα χρόνια τα πέρασε στον μόχθο

στο λάκκο του επάνω έχει έναν τσίγκινο σταυρό

έναν αριθμό και μια στοίβα χώμα

 

πήγαινε σε όλες τις κομματικές διαδηλώσεις

έλεγε πως δεν θα ήθελε παπάδες

αλλά η παράλυση

του έκοψε τη μιλιά.

 

 

 

 

4.

 

να περπατάς στο καινούριο χιόνι

που κανείς ποτέ δεν έχει περπατήσει

νʼ αγαπάς μια γυναίκα

που δεν έχει ακόμα αγαπηθεί

να πίνεις το νερό που κανείς ποτέ δεν έχει πιει

μια σκέψη που κανείς δεν έχει ακόμα σκεφτεί

έναν στίχο που ακόμα δεν έχει γραφτεί

τα πρώτα λόγια ενός νεογέννητου

την τελευταία πνοή του θανάτου μας

 

 

 

 

5.

 

Σε νιώθω δική μου σαν τον αέρα που αναπνέω

σου φιλώ το στόμα κοντανασαίνοντας λες κι έτρεχα

και γεύομαι μαζί σου τον έρωτά μας

τη φυσικότητά σου στη χαρά

πάντα έτσι ψυχή μου της νύχτας μου καύχημα.

 

 

 

 

 

6.

 

Ήμουν πέντε χρονών

μια γριά μού έδωσε να καταλάβω

γιατί κανείς στα γόνατά του δεν με πήρε

η γιαγιά μου που με πήρε από το χέρι δεν με προστάτεψε

ούτε μου έσφιξε το χέρι για να με παρηγορήσει

γι’ αυτό τράβηξα μόνος κατά τα ποτάμια

ανάγκη δεν είχα το νερό για να καθρεφτιστώ

στο σπίτι γυρνούσα για να μην κοιμηθώ πάνω στα χαλίκια

στην ηλικία αυτή, η πείνα σε κάνει και τρελαίνεσαι

πριν της ώρας σου ενήλικας σε κάνει να γενείς

και κάθε χορτάρι που το ’χουν βοσκήσει οι κατσίκες

έμαθα να το μαζεύω

η γεύση της πικράδας άρχισε να μ’ αρέσει

αυτό ήταν το γάλα μου

κι επειδή έκλεβα με τρόπο

είχα τους πιο όμορφους καρπούς

πήγαινα μόνος για να μην μ’ ανακαλύψουν

στη μυρουδιά μου τα σκυλιά δεν γαύγισαν

και κανείς δεν μπορεί να με καταδικάσει

αν από νωρίς κοπίασα το Θεό ν’ απαρνηθώ

πάνω στα τείχη που τα φούσκωνε το νερό

μόνο εικόνες χάρτινες είχα αντικρύσει

τα βιβλία τα ανακάλυψα στο σωρό από παλιόχαρτα

ακόμα και σήμερα μαγεύομαι να τα κοιτώ

έψαχνα ανάμεσα στα χαρτιά για μια γραπτή σελίδα

φώναξα και με κοίταζαν λες και ήμουν ζωντανός

σαν κάτι παραπάνω από έναν ταξιδιώτη

ξαμολήθηκα στους δρόμους

ποιό αγόρι δεν ονειρεύεται να ντυθεί άντρας

εγώ αντρώθηκα νωρίς

όντας ακόμα με τα κοντά τα παντελονάκια

βρήκα μια γυναίκα που ήταν ευτυχής

επειδή οι άνθρωποι πληγώνουνε τις σκέψεις

πέταξα πάνω τους

κάνοντας όνειρα για κάθε φύλλο που είδα να πέφτει

ήσαν οι ώρες χωρίς σταματημό

οι εκκλησιές χρησιμεύαν για να δροσιστώ

γυρνοβολούσα διψασμένος για γυναίκες

που σύντομα τις πλήρωσα με χρήματα κλεμμένα.

Τώρα νιώθω των γυναικών τον έρωτα

με την ανάσα να μ’ ακουμπά στο πρόσωπο

σφίγγω τα λιπαρά μαλλιά

και τύχη μού φέρνουν τα σαν νέγρου χείλη μου

τα μάτια που δεν έχουν αναπαμό.

 

 

 

 

7.

 

Η νύχτα κλείνει

με το τραμ το τελευταίο που κάνει τα σπίτια να τρέμουνε

και το νιαούρισμα των γάτων απομένει στη μνήμη

επιστρέφουν όλες οι εικόνες της μέρας

θα ’θελα να τις χαρώ κι άλλο εκείνες τις στιγμές

να χαζέψω με ηρεμία την κάθε εικόνα

οι φωνές του δρόμου βγάζουν ήχους άναρθρους

ίσως είναι κάποιος άντρας που τρεκλίζει

και λογομαχεί με άγνωστους εχθρούς

και χειρονομεί για να τα πιάσει όλα

και δεν πιάνει παρά μόνο τον αέρα

το ασυγκίνητο φεγγάρι

μοιάζει ν’ ακούει την κάθε μας λέξη

να κατασκοπεύει τα πιο μύχια όνειρα

όταν ελευθερώνονται τα τέρατά μας

και είμαστε αναγκασμένοι να τρέξουμε.

 

 

 

 

8.

 

Το τελευταίο ποίημα του Λουίτζι Ντι Ρούσιο

 

έχω το στόμα γεμάτο πεταλούδες

κι αν ανοίξω το στόμα

θα πετάξουν όλες μακριά

και δεν θα ξαναγυρίσουν ούτε

κι αν μείνω με το στόμα ορθάνοιχτο

για μια αιωνιότητα.

Le versioni greche sono state originariamente pubblicate su Poiein

Il “Quarto Stato” nella poesia di Luigi Di Ruscio

 

052Luigi Di Ruscio è uno di quei poeti che riescono a incidere percorsi e a risvegliare le coscienze attraverso la propria scrittura. La sua poesia che coinvolge la mente e il cuore, costituisce l’esperienza scritta del suo contatto con quel mondo operaio che “muore lavorando” nelle fabbriche, si sente “ovunque l’ultimo”, “dannato per un mondo di dannati”. In tutta la sua opera letteraria si riflettono le condizioni politico-sociali nella seconda metà del Novecento, e anche la situazione della classe operaia: di disoccupazione, di povertà, di oppressione, di marginalità, e “di miseria e fame, di avvilimento e di rivolta”, come dice il poeta e critico letterario Franco Fortini.

“Un vero poeta non si preoccupa di essere poetico” dice Cocteau, e le poesie operaie di Di Ruscio sono principalmente narrative. Narrano di momenti – frammenti di vita, esprimendosi in una lingua particolare, non puramente letteraria.

L’italiano lo parlo raramente tanto che la lingua italiana diventa lingua letteraria, il norvegese lo leggo e lo capisco come un norvegese ma lo parlo molto male, l’italiano è come l’anima mia, certamente non è un’anima candida. Si sporca continuamente e non sarà più l’italiano dell’Italia di oggi. (Luigi Di Ruscio).

Nel paesaggio operaio della sua poesia si inoltra, oltre la morte di ogni giorno, anche l’amore complessivo, il rifugio personale del poeta:

Ti sento mia come l’aria che respiro […] godo insieme a te questo nostro amore / la tua naturalezza alla gioia / sempre così anima mia di mia notte gloria.

Η “Τέταρτη Τάξη’ στην ποίηση του Λουίτζι Ντι Ρούσιο

 

LA_NEVE_NERA_LUIGI_DI_RUSCIO_AD_OSLO_UN_ITALIANO_ALL_INFERNO_5

Ο Λουίτζι Ντι Ρούσιο είναι από τη στόφα των ποιητών εκείνων που μπορούν και χαράζουν δρόμους και αφυπνίζουν συνειδήσεις μέσα από τη γραφή τους. Τα ποιήματά του που «μιλούν» στο νου και στην καρδιά, συγκροτούν τη γραπτή εμπειρία του από την επαφή του μ’ εκείνον τον καθημαγμένο κόσμο της εργατιάς και του μόχθου που κάθε μέρα «πεθαίνει δουλεύοντας» στα εργοστάσια, νιώθει «παντού τελευταίος […] καταδικασμένος από έναν κόσμο καταδικασμένων». Σε όλο το έργο του αντανακλώνται οι πολιτικο-κοινωνικές συνθήκες κατά το δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα, καθώς και η δεινή κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει η εργατική τάξη: ανεργία, εξαθλίωση, καταπίεση, περιθωριοποίηση, και «ένδεια και πείνα, απογοήτευση κι εξέγερση», προσθέτει ο ποιητής και κριτικός λογοτεχνίας Φράνκο Φορτίνι.

«Ένας πραγματικά μεγάλος ποιητής δεν ενδιαφέρεται να είναι ποιητικός» λέει ο Κοκτώ, και τα «ποιήματα της εργατιάς» του Ντι Ρούσιο είναι πρωτίστως αφηγηματικά. Αφηγούνται στιγμές – σπαράγματα της ζωής, με μια ιδιαίτερη γλώσσα, όχι καθαρά φιλολογική.

Τα ιταλικά τα μιλώ τόσο σπάνια που η ιταλική γλώσσα γίνεται φιλολογική γλώσσα, τα νορβηγικά τα διαβάζω και τα καταλαβαίνω όπως ένας Νορβηγός αλλά τα μιλώ πολύ άσχημα, τα ιταλικά είναι όπως η ψυχή μου, βέβαια δεν είναι μια ψυχή λευκή. Βρομίζεται συνεχώς και δεν είναι πλέον τα ιταλικά του σήμερα. (Λουίτζι Ντι Ρούσιο)

Στο εργατικό τοπίο των ποιημάτων του, εμφιλοχωρεί, εκτός από το θάνατο τής κάθε μέρας, κι ο πολυσήμαντος έρωτας, το προσωπικό καταφύγιο του ποιητή:

Σε νιώθω δική μου σαν τον αέρα που αναπνέω […] γεύομαι μαζί σου τον έρωτά μας/ τη φυσικότητά σου στη χαρά/ πάντα έτσι ψυχή μου της νύχτας μου καύχημα.

Pellizza da Volpedo, Il Quarto Stato

Luigi Di Ruscio nato in una povera città provinciale (Fermo 1930Oslo 2011), all’inizio è stato un muratore disoccupato, militante del Partito Comunista Italiano (Pci) sotto la direzione di Palmiro Togliatti, “nonno” dell’eurocomunismo e della “via italiana al socialismo”.

Io avevo anni quattordici e sognavo di diventare partigiano, scappai via di casa e arrivai in un paese dove c’erano i partigiani che mi dettero un calcio in culo e mi rimandarono a casa: Vai a casa! Vai a casa, scemo! Ferito nell’orgoglio me ne tornai indietro, babbo mi chiese dove ero stato e io zitto, custodii il segreto del mio tentativo di essere anch’io tra i liberatori rossi e garibaldini.

Dopo la pubblicazione della sua prima raccolta di poesie Non possiamo abituarci a morire (Schwarz, Milano 1935), inizialmente intitolata «Poesie per un vicolo», con prefazione di Franco Fortini, Di Ruscio emigra ad Oslo in Norvegia nel 1957, dove lavora per quarant’ anni come operaio metallurgico in una fabbrica di chiodi.

Io ero uno di quei tipi che si sente ebreo tra i palestinesi e palestinese con gli ebrei un bianco tra i neri e un nerissimo tra tutti i bianchi di colore. E giovanissimo come ero mi prendeva grandi smanie di partire […] non facevo che sognare le fughe ero inseguito da un orrore tanto terrorizzante che mai sono riuscito a voltarmi per vedere che razza d’orrore m’inseguisse. Sognavo l’invisibilità e mi ripetevo quelle storie di Hegel dell’essere che si tramuta nel niente e del niente che diventa un essere in carne ed ossa.

(Da Cristi polverizzati, 2009).

Ο Ντι Ρούσιο, γεννημένος σε μια φτωχή επαρχιακή πόλη (Φέρμο 1930 – Όσλο 2011), ήταν ένας άνεργος οικοδόμος, στρατευμένος στο Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα (Pci) υπό την ηγεσία του Παλμίρο Τολιάτι, του επονομαζόμενου «παππού» του ευρωκομμουνισμού.

Ήμουν δεκατεσσάρων ετών κι ονειρευόμουν να γίνω παρτιζάνος, το έσκασα από το σπίτι κι έφτασα σ’ ένα χωριό όπου ήσαν οι παρτιζάνοι, οι οποίοι μου ’δωσαν μια κλωτσιά στον κώλο και με ξαπόστειλαν πίσω στο σπίτι: Τράβα σπίτι σου! Τράβα στο σπίτι σου, ανόητε! Πληγωμένος στην περηφάνια μου επέστρεψα πίσω, ο πατέρας μου με ρώτησε πού ήμουν, κι εγώ σιωπηλός, φύλαξα το μυστικό της απόπειράς μου να είμαι κι εγώ μεταξύ των κόκκινων απελευθερωτών και των Γκαριμπαλντίνων.

Μετά την έκδοση της πρώτης του ποιητικής συλλογής το 1953, έφυγε μετανάστης στο Όσλο, στη Νορβηγία, το 1957, όπου εργάστηκε για σαράντα χρόνια σ’ ένα εργοστάσιο μεταλλουργίας.

Ήμουν ένας από κείνους τους τύπους που αισθάνεται Εβραίος ανάμεσα στους Παλαιστίνιους και Παλαιστίνιος με τους Εβραίους, λευκός ανάμεσα στους μαύρους και κατάμαυρος ανάμεσα σε όλους τους λευκούς. Και νεότατος καθώς ήμουν, μ’ έπιανε μια μεγάλη μανία φυγής. […] δεν έκανα άλλο παρά να ονειρεύομαι τη φυγή. Ένιωθα να με καταδιώκει ένας φόβος τόσο τρομακτικός που δεν κατάφερα ποτέ μου να στραφώ για να δω τι είδους φόβος με καταδίωκε. Ονειρευόμουν την αφάνεια κι επαναλάμβανα εκείνες τις ιστορίες του Χέγκελ περί του όντος που μετατρέπεται στο τίποτα, και του τίποτα που γίνεται όν με σάρκα και οστά».

(Σκονισμένοι Χριστοί, 2009).

OPERE

Tra le sue opere ricordiamo: Non possiamo abituarci a morire, [Schwarz, Milano 1953], Le streghe s’arrotano le dentiere [Marotta, Napoli 1966], Apprendistati [Bagaloni, Ancona 1978], Istruzioni per l’uso della repressione [Savelli, Roma 1980], Epigramma [Valore d’uso edizioni, Roma 1982], Enunciati [Stamperia dell’arancio, Grottammare 1993], Firmum [Pequod, Ancona 1999], L’ultima raccolta [Manni, Lecce 2002], Epigrafi [Grafiche Fioroni, 2003], 15 epigrafi con dedica [Battello Stampatore, Τεργέστη 2007], Poesie Operaie [antologia, Ediesse, Roma 2007].

Prosa: Palmiro [Lavoro Editoriale, Ancona 1986 & 1990], Palmiro [3° ed. Baldini & Castoldi, Milano 1996], Le mitologie di Mary [Lietocolle, Falloppio 2004, Cristi polverizzati [Le Lettere, Firenze 2009].

Riconoscimenti ottenuti: nel 1953 il premio Unità Genova con la raccolta Non possiamo abituarci a morire, nel 1980 il Premio Camaiore con la raccolta Istruzioni per l’uso della repressione, nel 1993 il premio di poesia Franco Matacotta, con la raccolta Enunciati, e nel 2007 il premio In/Civile con Poesie operarie.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

Ποιητικές συλλογές: «Non possiamo abituarci a morire», [Να μη συνηθίσουμε στο θάνατο, με πρόλογο του Φράνκο Φορτίνι, Schwarz, Μιλάνο 1953], «Le streghe s’arrotano le dentiere» [Οι μάγισσες ακονίζουν τις μασέλες τους, με πρόλογο του Σαλβατόρε Κουαζίμοντο, Marotta, Νάπολη 1966], «Apprendistati» [Μαθητείες, Bagaloni, Αγκόνα 1978], «Istruzioni per l’uso della repressione» [Οδηγίες για χρήση καταστολής, Savelli, Ρώμη 1980], «Epigramma» [Επίγραμμα, Valore d’uso edizioni, Ρώμη 1982], «Enunciati» [Διατυπώσεις, Stamperia dell’arancio, Γκροταμάρε 1993], «Firmum» [Pequod, Αγκόνα 1999], «L’ultima raccolta» [Η τελευταία συλλογή, με πρόλογο του Φραντσέσκο Λεονέτι, Manni, Λέτσε 2002], «Epigrafi» [Επιγραφές, Grafiche Fioroni, Καζέτε Ντ’ Έστε 2003], «15 epigrafi con dedica» [15 επιγραφές με αφιέρωση, Battello Stampatore, Τεργέστη 2007], «Poesie Operaie» [Εργατικά Ποιήματα (ανθολογία), Ediesse, Ρώμη 2007].

Πεζογραφία: «Palmiro», [Παλμίρο, Lavoro Editoriale, Αγκόνα 1986 & 2η έκδοση το 1990], «Palmiro», [3η έκδοση, Baldini & Castoldi, Μιλάνο 1996], «Le mitologie di Mary», [Οι μυθολογίες της Μαίρης, Lietocolle, Κόμο 2004, «Cristi polverizzati», [Σκονισμένοι Χριστοί, Le Lettere, Φλωρεντία 2009].

Βραβεύσεις: Του έχουν απονείμει το βραβείο «Unità» το 1953 για την πρώτη του ποιητική συλλογή «Να μη συνηθίσουμε στο θάνατο», (όντας πρόεδρος της επιτροπής ο ποιητής Σαλβατόρε Κουαζίμοντο), το βραβείο «Camaiore» το 1980 για τη συλλογή «Οδηγίες για χρήση καταστολής», το βραβείο ποίησης «Franco Matacotta» το 1993 για τη συλλογή «Διατυπώσεις», και το βραβείο «In/Civile» το 2007 για τη συλλογή «Εργατικά Ποιήματα». Αξιοσημείωτο είναι ότι, παρά τις βραβεύσεις, κάποιοι στην Ιταλία θεωρούν ότι η καθεστηκυία λογοτεχνική τάξη αρνείται, ακόμη και σήμερα, να του αναγνωρίσει τη μεγάλη, αναμφισβήτητη αξία του συγγραφικού του έργου συνολικά, και τη θέση που η ιστορία του οφείλει.

NOTE DELLA TRADUTTRICE

* Nella prefazione della raccolta di Luigi Di Ruscio Non possiamo abituarci a morire, il poeta e critico letterario Franco Fortini (pseudonimo di Franco Lattes) ha scritto che la tematica delle sue poesie non si distingue da quella della poesia del Quarto Stato e quindi del dipinto realizzato dal pittore impressionista italiano Giuseppe Pellizza da Volpedo nel 1901, inizialmente intitolato Il cammino dei lavoratoriì. Si tratta di un’opera – emblema della società nei primi decenni del XX secolo, poiché rispecchia dei momenti storici fondamentali come sono i primi grandi scioperi rurali e simboleggia non solo la protesta sociale, ma anche la nascita e l’affermazione del proletariato. Nel 1976 Bernardo Bertolucci inserisce lo stesso dipinto nei titoli di testa del suo film storico Novecento.

** Le poesie 1a, 3a & 6a, sono tratte dalla raccolta Non possiamo abituarci a morire.

*** La poesia 4a è tratta Iscrizioni, pubblicato nella Collana di inediti e-book di E-dizioni Biagio Cepollaro (2005).

**** La poesia 8a è tratta da Nazione Indiana.

***** Le poesie 2a, 5a, & 7a, sono tratte dalla raccolta Le streghe s’arrotano le dentiere.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΡΙΑΣ

* Στον πρόλογο της πρώτης ποιητικής συλλογής του Λουίτζι Ντι Ρούσιο, ο διανοούμενος, ποιητής και κριτικός λογοτεχνίας Φράνκο Φορτίνι [ψευδώνυμο του Φράνκο Λάτες], είχε γράψει ότι η ποιητική θεματική του Ντι Ρούσιο δεν διαφέρει από κείνην του πίνακα «Quarto Stato» [Τέταρτη Τάξη], αναφερόμενος στην επίδραση που άσκησε το έργο του Ιταλού νεο-ιμπρεσιονιστή ζωγράφου Τζιουζέπε Πελίτσα ντα Βολπέντο, με τον αρχικό τίτλο «Η πορεία των εργαζομένων» (1901). Πρόκειται για ένα έργο – σύμβολο της κοινωνίας κατά τις πρώτες δεκαετίες του εικοστού αιώνα, που αναπαριστά την απεργία των εργαζομένων και συμβολίζει όχι μόνο την κοινωνική διαμαρτυρία, αλλά και τη γέννηση μιας νέας κοινωνικής τάξης, του προλεταριάτου. Είναι ο ίδιος πίνακας που χρησιμοποίησε και ο Μπερνάρντο Μπερτολούτσι το 1976, στους αρχικούς τίτλους της κορυφαίας, ιστορικής του ταινίας «Novecento» [1900], που παρουσιάζει το τοπίο στην Ιταλία από το 1900 και μετά, και τον ιδιαίτερο ρόλο του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κινήματος στις μεταπολεμικές εξελίξεις.

** Τα ποιήματα 1ο, 3ο & 6ο, συμπεριλαμβάνονται στην ποιητική συλλογή «Να μη συνηθίσουμε στο θάνατο». Τον τίτλο της συλλογής τον έχει δώσει ο ποιητής Φράνκο Φορτίνι. Ο αρχικός τίτλος ήταν «Poesie per un vicolo» [Ποιήματα για ένα σοκάκι].

*** Το 4ο ποίημα είναι από την ανέκδοτη συλλογή «Εγγραφές», [Biagio Cepollaro, 2005) και το 8ο ποίημα είναι δημοσιευμένο στο: http://www.nazioneindiana.com/2011/02/23/ciao-luigi.

****Τα ποιήματα 2ο, 5ο, & 7ο, συμπεριλαμβάνονται στη συλλογή «Οι μάγισσες ακονίζουν τις μασέλες τους», (1966), Biagio Cepollaro (2004).

No widget added yet.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Follow Us

Get the latest posts delivered to your mailbox:

%d bloggers like this: